Αν η ζωή ήταν ταινία, εκείνος πίστευε πως η δική του ήταν ένα φωτεινό, καλοφωτισμένο κάδρο. Μέχρι τα σαράντα τέσσερα του χρόνια, όλα κυλούσαν σαν βελούδινο travelling: σπίτι, δουλειά, όνειρα. Ένα πλάνο όπου τίποτα δεν έλειπε. Όμως, όπως κάθε σπουδαία ιστορία, έτσι κι η δική του χρειαζόταν την ανατροπή.
Και η ανατροπή ήρθε.
Η αρρώστια δεν χτυπάει την πόρτα. Μπαίνει. Χωρίς σενάριο, χωρίς πρόβα.
Ξαφνικά βρέθηκε σε νοσοκομεία, σε διαδρόμους με ψυχρά φώτα, μετρώντας εξετάσεις, ακούγοντας λέξεις βαριές σαν μολύβι:
αυτοάνοσο… καρκίνος ίσως… χειρουργεία…
Και όμως, εκείνος δεν έσκυψε το κεφάλι.
Δεν φώναξε «Γιατί σε μένα, Θεέ μου;»
Μόνο ψιθύριζε: «Δύναμη… Δώσε μου δύναμη.»
Και ο Θεός ίσως γιατί οι ψίθυροι ακούγονται πιο καθαρά από τις κραυγές άκουσε.
Μόλις στάθηκε ξανά στα πόδια του, ένιωσε μία φλόγα να ξυπνά:
Ήθελε οικογένεια. Ήθελε παιδιά.
Και τότε γεννήθηκαν η Μαρία και η Γεωργία, τα δυο του φώτα.
Σε κάθε τους γέλιο έβλεπε μια υπόσχεση:
«Ζήσε. Προχώρα. Μην παραδίνεσαι.»
Αυτές οι δύο ψυχές έγιναν η μουσική υπόκρουση της ζωής του.
Μα η ζωή… η ζωή έχει το δικό της σενάριο.
Ένα χειρουργείο για σκωληκοειδίτιδα.
Μετά άλλο για τη χολή.
Πέτρες στα νεφρά.
Και, σαν τελική αναμέτρηση, η καρδιά: αρτηρίες που βούλωσαν, σαν δρόμοι παγωμένοι στο χειμώνα.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε η ανεργία.
Τα γόνατα μάτωναν.
Το πρόσωπο έκλαιγε.
Και το πιο βαρύ:
Δεν μπορούσε να προσφέρει στα ίδια του τα παιδιά όσο ήθελε.
Για πρώτη φορά, το σενάριο έδειχνε να μαυρίζει.
Αλλά…
Όσο πιο σκοτεινή γίνεται η νύχτα, τόσο πιο δυνατά λάμπουν τα αστέρια.
Κι εκεί εμφανίστηκαν άνθρωποι.
Όχι όταν είχε λεφτά αλλά όταν είχε ανάγκη.
Η θεία Ανθούλα με τον Ρένο.
Ο αδελφός Κώστας με τη Χρύσω.
Η αδελφή Περσεφόνη.
Ο αδελφός Σώτος.
Και όταν η ζωή συνέχισε να ρίχνει χαστούκια, ήρθαν κι άλλοι:
Ο ξάδελφος Δήμος και η Σταλώ.
Η Σωτηρούλα και ο Τάκης.
Και ξένοι που έγιναν δικοί:
Η Χαρά, ο Ντίνος, η Μαρία.
Όλοι με μία φωνή: «Σήκω. Προχώρα.»
Κάποτε, κοιτάζοντας τον ουρανό, είπε:
«Θα ξανασηκωθώ;»
Και τότε κάτι άλλαξε.
Μια πίστη που δεν είχε πριν.
Μια δύναμη που δεν περίμενε.
Σαν να τον έπιασε κάποιος από το χέρι και να του είπε:
«Ναι, θα σηκωθείς. Μαζί.»
Με αίμα στα γόνατα, με δάκρυα στο πρόσωπο, με καρδιά πληγωμένη αλλά ζωντανή, άρχισε να χτίζει ξανά.
Όχι το παλιό του σπίτι.
Το νέο του εαυτό.
Μαρία, Γεωργία,
Η ζωή δεν είναι εύκολη ταινία.
Έχει πόνο, έχει σκοτάδι, έχει πτώσεις.
Όμως αν έμαθα κάτι, είναι αυτό: Ο άνθρωπος δεν κρίνεται από το πόσο συχνά πέφτει, αλλά από το πόσες φορές σηκώνεται.
Και εγώ σηκώθηκα.
Γιατί σας έχω.
Γιατί έχω ανθρώπους που με αγαπούν.
Γιατί έχω πίστη.
Και γιατί, όσο κι αν με χτυπάει η ζωή, εγώ δεν τελειώνω —
εγώ συνεχίζω.
Θέλω να πω ένα τεράστιο, βαθύ, αληθινό: Ευχαριστώ.
Σε όσους με σήκωσαν όταν ήμουν ματωμένος.
Σε όσους ήταν δίπλα μου όταν δεν είχα τίποτα.
Σε όσους με αγκάλιασαν χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα.
Σε όσους μου είπαν «θα τα καταφέρεις» όταν εγώ δεν το πίστευα.
Σε όσους έγιναν οικογένεια, αίμα ή όχι.
Σε όσους με κράτησαν όρθιο για να συνεχίσω για τα παιδιά μου.
Και πάνω απ’ όλα…
Ευχαριστώ τον Θεό που με σήκωσε όταν κανείς άλλος δεν μπορούσε.
Leonidas Loizidis

