Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἐξιστορεῖ λεπτομερῶς τά κατά τήν γέννησιν τοῦ Bαπτιστοῦ (α´5-25 καί 57-80), προσδιορίζει ἀκριβῶς τόν χρόνον τῆς δημοσίας ἐμφανίσεώς του, γενομένης τό 15ον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρώμης Τιβερίου (γ´ 1-2). Οἱ Εὐαγγελισταί Ματθαῖος καί Μᾶρκος, περιγράφουν τήν ἀσκητικήν ζωήν του «ἐν τῇ ἐρήμῳ»: «Εἶχε τό ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπό τριχῶν καμήλου καί ζώνην δερματίνην περί τήν ὀσφύν αὐτοῦ ἡ δέ τροφή αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες (βλαστάρια φυτῶν) καί μέλι ἄγριον» (Ματθ. γ´4, Μάρκ.α´ β), ὑπό δέ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου χαρακτηρίζεται ὡς «ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ», ὁ ὁποῖος «ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήση περί τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύωσι δι’ αὐτοῦ» (α´ 6-7). Μεταξύ τοῦ Ἰωάννου καί τοῦ Ἰησοῦ δέν ὑπῆρχε σύγχυσις, διότι «οὐκ ἦν ἐκεῖνος τό φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα μαρτυρήση περί τοῦ φωτός». Ὁ ἴδιος διεκήρυξε πρός τούς ἐρωτήσαντας αὐτόν ἀπεσταλμένους ἱερεῖς καί λευΐτας τῶν Ἱεροσολύμων, πρός τούς ὁποίους εἶπεν: «Οὐκ εἰμί ἐγώ ὁ Χριστός» (Ἰωάν. α´ 19-22).
Ὁ Ἰωάννης, καί κατά τούς τέσσαρας Εὐαγγελιστάς ἦτο ἡ προφητευθεῖσα ὑπό τοῦ Ἠσαΐου «Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», ἐκήρυξε δέ «Εἰς πᾶσαν τήν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου» (Λουκ. γ´ 3) καί ἔλεγε: «Μετανοεῖτε ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» καί ἐβάπτιζε τά πρός αὐτόν προστρέχοντα πλήθη ἐν τῶ Ἰορδάνη ποταμῶ «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» ἀφ᾽οὗ ἐξωμολογοῦντο ἐνώπιόν του τάς ἁμαρτίας των. «Ἔρχεται, ἔλεγε ὁ Βαπτιστής - ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμί ἄξιος κύψας λῦσαι τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων Αὐτοῦ. Ἐγώ μέν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτός δέ βαπτίση ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίω». Καί ὅταν μεταξύ τοῦ πλήθους εἶδε καί τόν Ἰησοῦν Χριστόν, μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐφώναξε πρός τά πλήθη : «Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν ὅν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε» (Ἰωάν. α´. 26). Τά κατά τό κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου διηγοῦνται λεπτομερῶς καί οἱ τέσσαρες Εὐαγγελισταί μέ χαρακτηριστικές ἕκαστος λεπτομέρειες (Ματθ. γ΄5-12, Μάρκ. α´ 4-8, Λουκ. γ´3-18, Ἰωάν. α´15-28).